συγκηδεύω


συγκηδεύω
хороню вместе с кем, участвую в похоронах

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "συγκηδεύω" в других словарях:

  • συγκηδεύω — ΜΑ θάβω ένα πράγμα μαζί με κάποιον («πλοῡτον ἄφθονον αὐτῷ συνεκήδευσεν», Ζωναρ.) αρχ. θάβω μαζί δύο ή περισσότερους νεκρούς …   Dictionary of Greek

  • συγκηδευομένων — συγκηδεύω join in burying pres part mp fem gen pl συγκηδεύω join in burying pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκηδευόντων — συγκηδεύω join in burying pres part act masc/neut gen pl συγκηδεύω join in burying pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκηδεῦον — συγκηδεύω join in burying pres part act masc voc sg συγκηδεύω join in burying pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκηδευομένου — συγκηδεύω join in burying pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκηδευσάτωσαν — συγκηδεύω join in burying aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκηδεῦσαι — συγκηδεύω join in burying aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκηδεύειν — συγκηδεύω join in burying pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκηδεύοντες — συγκηδεύω join in burying pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)